Άρθρα

Λιπαρά Οξέα - Συσχέτιση μεταξύ τους

Κατηγορία: Παχυσαρκία
Δημοσιεύτηκε στις Τετάρτη, 15 Ιανουαρίου 2014 08:41
Γράφτηκε από τον/την Super User
Εμφανίσεις: 2184

ΛΙΠΑΡΑ ΟΞΕΑ ΚΑΙ ΥΓΕΙΑ

Γιατροί και διατροφολόγοι συνηθίζουν να πιστεύουν ότι τα λιπαρά είναι ένας τρόπος αποθήκευσης θερμίδων που χρησιμοποιείται αργότερα για ενέργεια. Εάν τρώμε περισσότερο από ότι χρειάζεται το σώμα μας, η περίσσια αυτή αποθηκεύεται με τη μορφή λίπους. Την τελευταία δεκαετία, ανακαλύφθηκε ότι ορισμένα λιπαρά είναι απαραίτητα για την υγεία του ατόμου. Το σώμα μας δεν μπορεί να συνθέσει αυτά τα λιπαρά, για αυτό το λόγο πρέπει να προσλαμβάνονται από τη διατροφή μας. Αυτά τα απαραίτητα λιπαρά οξέα (EFAs) κατέχουν σημαντικό ρόλο στη λειτουργία του σώματος. Είναι πρόδρομα μόρια των ορμόνων, ρυθμίζουν τη φλεγμονή όπως και τη συστολή-χαλάρωση των μυών.

Αυτές οι ορμόνες ονομάζονται προσταγλανδίνες, λευκοτριένια και θρομβοξάνες. EFAs είναι σημαντικά συστατικά των κυτταρικών μεμβρανών. Η σημαντικότητά τους για την υγεία δεν μπορεί να παραγκωνισθεί καθώς για τη σωστή λειτουργία του εγκεφάλου, των νευρώνων, της όρασης, των συνδετικών ιστών, του δέρματος, των αγγείων, και κάθε κυττάρου του σώματος εξαρτάται από τη σωστή ισορροπία των EFAs.

Τα EFAs κατηγοριοποιούνται σε «οικογένειες» λιπαρών: ωμέγα-3 και ωμέγα-6 λιπαρά οξέα. Οι οικογένειες των μη σημαντικών λιπαρών οξέων είναι η ωμέγα-9 (κορεσμένα) και η ωμέγα-7 (trans λιπαρά). Η σωστή υγεία εξαρτάται από τη σωστή ισορροπία όλων των λιπαρών στη διατροφή. Η σωστή ισορροπία σημαίνει επαρκή λήψη όλων των λιπαρών οξέων, και διατήρηση της ισορροπίας μεταξύ των διαφόρων οικογενειών των λιπαρών. Επίσης πρέπει να αποφεύγεται η συχνή λήψη «βλαβερών» λιπαρών οξέων όπως είναι τα trans λιπαρά οξέα. Η σωστή ισορροπία μπορεί να οδηγήσει σε διανοητική υγεία και σωστή νευρική λειτουργία, υγιή καρδιά και κυκλοφοριακό σύστημα, μείωση της φλεγμονής, σωστή γαστροεντερική και πνευμονική λειτουργία, ισορροπημένο ανοσοποιητικό σύστημα ακόμη και υγιή μαλλιά, δέρμα και νύχια. Η ισορροπία των λιπαρών οξέων είνα σημαντική για την υγεία όλων των εγκύων γυναικών και των εμβρύων του καθώς για τη σωστή ανάπτυξη του εγκεφάλου και του νευρικού συστήματος των εμβρύων απαιτούνται μεγάλες ποσότητες EFAs που προέρχονται αποκλειστικά από τη μητέρα.

Η ανισορροπία των λιπαρών οξέων έχει παρατηρηθεί σε πολλές ασθένειες συμπεριλαμβανομένων των καρδιαγγειακών προβλημάτων, της υπέρτασης, της ανοχής στην ινσουλίνη, στο διαβήτη, στο άσθμα, δυσμηνόροια, προ-εμμηνοροιακό σύνδρομο, κατάθλιψη, υπερκινητικό σύνδρομο, άνοια κα.

Αυτή η ανάλυση επιτρέπει στο θεραπευτή να εξετάσει τα λιπαρά που βρίσκονται στην επιφάνεια των μεμβρανών των ερυθροκυττάρων. Αυτά τα λιπαρά αντιπροσωπεύουν τον τύπο των λιπαρών του σώματος που είναι διαθέσιμα για να δημιουργηθούν οι κυτταρικές μεμβράνες, οι τοπικές ορμόνες που ρυθμίζουν τη φλεγμονή και επίσης ρυθμίζουν τη λειτουργία των μυών σε όλο το σώμα.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΝΑΛΥΣΗΣ ΤΩΝ ΛΙΠΑΡΩΝ ΟΞΕΩΝ

Το λινολεϊκό οξύ (LA) έχει βρεθεί σε μεγάλες ποσότητες σχεδόν σε όλα τα φυτικά έλαια (καλαμποκέλαιο, σογιέλαιο, φυστικέλαιο κα.). Το LA είναι πρόδρομο μόριο για τη σύνθεση του GLA και του DGLA καθώς και για τη σύνθεση του αραχιδονικού οξέος. Άλλες πηγές είναι το αβοκάντο, τα καρύδια και οι σπόροι. Ο φυσιολογικός του ρόλος είναι η ενεργοποίηση της φυσιολογικής κυτταρικής διαίρεσης και της κυτταρικής επιδιόρθωσης. Ανεπάρκεια του LA ίσως έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία εκζήματος, διαταραχών στη συμπεριφορά, αυξημένη αίσθηση της δίψας, επιβράδυνση της ανάπτυξης και μη σωστή επούλωση των πληγών.

Το αραχιδονικό οξύ (ΑΑ) είναι σημαντικό για τη δομή των κυτταρικών μεμβρανών ειδικότερα των νευρώνων και των εγκεφαλικών κυττάρων. Το ΑΑ είναι το κύριο πρόδρομο μόριο της σύνθεσης των προ-φλεγμονόδων εικοσανοειδών. Χαμηλά επίπεδα ΑΑ μπορεί να οδηγήσουν σε μη σωστή λειτουργία των μεμβρανών του κυττάρου που μπορεί να εκφραστεί ως νευρολογική ανεπάρκεια. Χαμηλά επίπεδα έχουν παρατηρηθεί σε παιδιά με το υπερκινητικό σύνδρομο καθώς και σε ασθενείς με σοβαρές ψυχολογικές ασθένειες. Χαμηλά επίπεδα ΑΑ ίσως προδιαθέτουν το άτομο για ανεπαρκή ανοσοποιητικό και φλεγμονώδη αντίδραση, οδηγώντας το πιθανόν σε μόλυνση από ευκαιριακές λοιμώξεις ή ακόμη και σε καθυστέρηση της επούλωσης τραυμάτων. Έχει βρεθεί στα αυγά, στο μυελό των οστών και στα λιπαρά κρέατα. Το ΑΑ συντίθεται από το λινολεϊκό οξύ που βρίσκεται στα φυτικά έλαια. Παρόλα αυτά, υψηλά ή ακόμη και φυσιολογικά επίπεδα λινολεϊκού οξέος σε συνδυασμό με χαμηλά επίπεδα ΑΑ υποδεικνύουν μειωμένη λειτουργία της δέλτα-6-δεσατουράση.

Το ολεϊκό οξύ είναι πολύ σημαντικό στη διατήρηση της ρευστότητας των κυτταρικών μεμβρανών. Χαμηλή ποσότητα ολεϊκού οξέος ίσως είναι δείκτης μειωμένης ενεργότητας της δέλτα-9-δεσατουράσης. Συμπληρώματα βιταμινών και μεταλλικών ιχνοστοιχείων πρέπει να λαμβάνονται. Αυτά συμπεριλαμβάνουν της βιταμίνες Β (Β2, Β3 και Β6) βιταμίνη C, ψευδάργυρο και μαγνήσιο. Το ελαιόλαδο αποτελείται από περίπου 80% από ολεϊκό οξύ. Χρησιμοποιώντας ελαιόλαδο ως κύριο διατροφικό λάδι μπορεί να αυξήθεί το ολεϊκό οξύ στα φωσφολιπίδια των κυτταρικών μεμβρανών.

Ελαϊδικό οξύ είναι ένα trans λιπαρό οξύπου αντιπροσωπεύει την μεγάλη κατανάλωση μερικώς υδρογονοποιημένων λιπαρών ελαίων ή διατροφικών λιπαρών. Εξαιτίας του σχήματός τους, τα trans λιπαρά συμπεριφέρονται όπως τα κορεσμένα λιπαρά και φαίνεται να ευθύνονται για την αύξηση των επιπέδων της LDL χοληστερόλης και τη μείωση των επιπέδων της HDL χοληστερόλης, σχετιζόμενων με την ανάπτυξη καρδιακών προβλημάτων. Ο διπλός δεσμός στα trans λιπαρά πιστεύεται ότι συνδέεται στα ένζυμα που συντελούν τον αποκορεσμό και εμποδίζουν τη μεταβολική παραγωγή απαραίτητων προιόντων. Επιδημιολογικές μελέτες έχουν συσχετίσει την αυξημένη κατανάλωση των trans λιπαρών με την αυξημένη συχνότητα του καρκίνου του μαστού, του εντέρου και του προστάτη.

Παλμιτολεϊκό οξύ (ωμέγα-7 λιπαρά) αυξάνουν την ενδογενή παραγωγή των ωμέγα-7 λιπαρών που σχετίζεται με τη μειωμένη λήψη των ωμέγα-3 λιπαρών από τη διατροφή.

Πενταδεκανοϊκό οξύ και/ή τρικοσανοϊκό οξύ είναι σπάνιες αλυσίδες λιπαρών οξέων που παράγονται όταν η ενδογενής σύνθεση των λιπαρών οξέων πραγματοποιείται χρησιμοποιώντας ως πρόδρομο μόριο το προπιονικό οξύ παρά το οξικό οξύ. Το προπιονικό οξύ έχει βρεθεί σε μεγάλες ποσότητες στο βούτυρο και σε άλλα καθημερινά προϊόντα κατανάλωσης. Με επαρκή ποσότητα Β12 και βιοτίνης μπορεί να μετατραπεί σε συστατικό για τη χρήση στον κιτρικό κύκλο (κύκλο του Krebs) και στη παραγωγή ενέργειας. Υψηλά επίπεδα αυτού του λιπαρού οξέος στις κυτταρικές μεμβράνες είναι δείκτης έλλειψης της Β12 και της βιοτίνης ή μπορεί να είναι αποτέλεσμα της υπερβολικής λήψης μέσω της διατροφής υδατοδιαλυτών ινών.

ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ

Η ομαδοποίηση διαφόρων αναλύσεων και λόγων σε κατηγορίες κλινικών καταστάσεων βασίζεται στην ειδική βιοχημική γνώση και χρησιμοποιείται μονο για ερευνητικούς σκοπούς. Τέτοιες ομαδοποιήσεις δε σκοπεύουν στη διάγνωση καμίας ασθένειας ή κατάστασης. Ως συνήθως, τα εργαστηριακά ευρήματα είναι ένα μικρό κομμάτι της διαγνωστικής διαδικασίας και πρέπει να σχετίζονται με το ιστορικό του αθενούς, τα συμπτώματα καθώς και με άλλα εργαστηριακά ευρήματα.

Δείκτες Φλεγμονής

Εικοσανοείδή (20-άνθρακες) είναι σημαντικά λιπαρά οξέα υπεύθυνα για την έναρξη, τη διαιώνιση και τη διακοπή της φλεγμονής. Η φλεγμονή δεν είναι κάτι κακό! Είναι το πρώτο βήμα για την επιδιόρθωση του ιστού και βοηθάει στην διέγερση του ανοσοποιητικού μας συστήματος. Παρόλα αυτά, εάν η ανταπόκριση στη φλεγμονή τίθεται εκτός ορίων μπορεί να αποβεί καταστροφική για την υγεία του ατόμου. Η ισορροπία των λιπαρών οξέων είναι απαραίτητη για τη ρύθμιση της φλεγμονώδους διαδικασίας. Ο δείκτης της φλεγμονής αντικατοπτρίζει την τάση του ασθενή μεταξύ φλεγμονής και φλεγμονώδους κατάστασης.

Ρευστότητα μεμβράνης

Η ρευστότητα της μεμβράνης είναι σημαντική για την υγεία του κυττάρου και με επακόλουθο για την υγεία ολόκληρου του σώματος. Από την μία πλευρά, η μεμβράνη πρέπει να είναι στερεή ώστε να προωθεί τα κυτταρικά μηνύματα, ενώ από την άλλη πλευρά η μεμβράνη πρέπει να είναι ρευστή αρκετά για να επιτρέπει τα θρεπτικά συστατικά να εισέρχονται και τα άχρηστα προϊόντα του καταβολισμού να εξέρχονται από το κύτταρο, όπως επίσης και να επιτρέπει τη μετακίνηση των υποδοχέων της κυτταρικής μεμβράνης στη φωσφολιπιδιακή στοιβάδα. Όσο περισσότερα κορεσμένα λιπαρά υπάρχουν στη στοιβάδα, τόσο περισσότερο χάνει τη ρευστότητά της, ενώ αντίστοιχα όσο περισσότερα πολυακόρεστα λιπαρά οξέα υπάρχουν τόσο πιο ρευστή γίνεται! Το DHA, ώντας το πιο πολυακόρεστο λιπαρό οξύ στο σώμα με έξι διπλούς δεσμούς, προάγει περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο λιπαρό οξύ τη ρευστότητα της μεμβράνης. Πράγματι, κύτταρα με χαμηλή συγκέντρωση DHA στη μεμβράνη τους είχε βρεθεί ότι έχουν τροποποιήσει την ικανότητα δέσμευσης των ορμονών από τους υποδοχείς. Για παράδειγμα, ορμόνες όπως το οιστρογόνο, η προγεστερόνη και η αγγειοτενσίνη δεσμεύονται στους υποδοχείς, προκαλώντας αυξημένη κυτταρική διέγερση. Ερευνητές πιστεύουν ότι αυτό ίσως βοηθάει στην εξήγηση της συσχέτισης μεταξύ των χαμηλών επιπέδων DHA και ασθενειών όπως είναι ο καρκίνος του μαστού, PMS, υπέρταση, διαβήτης και κατάθλιψη.

Ικανότητα αποκορεσμού

Η σχετική ποσότητα των υποστρωμάτων των λιπαρών οξεών και των παραγώγων της διαδικασίας αποκορεσμού μας επιτρέπει να ισχυριστούμε την λειτουργική ικανότητα αυτών των ενζυμικών συστημάτων. Μπορεί να βλάψουν, να υπερρυθμιστούν ή να λειτουργούν φυσιολογικά. Υποστηρίζεται ότι εάν τα trans λιπαρά οξέα υπάρχουν σε πλεόνασμα στο κύτταρο τότε τα ένζυμα που συμβάλλουν στον αποκορεσμό δε λειτουργούν κανονικά.

Ο λόγος του λινολεϊκού οξέος/DGLA εάν είναι χαμηλός ίσως σημαίνει υπερρύθμιση του ενζύμου δέλτα-6-δεσατουράση ή απλά λήψη διατροφικού συμπληρώματος ελαίου που περιέχει GLA. Εάν τα επίπεδα του λινολεϊκού οξέος είναι φυσιολογικά, αυτό πιθανώς δεν είναι κλινικά σημαντικό, αν και ασήμαντες παρενέργειες της μεγάλης ποσότητας DGLA όπως η διάρροια έχει αναφερθεί.

Εάν τα επίπεδα του λινολεϊκού οξέος είναι χαμηλά, είναι πιθανώς ότι ο ασθενής έχει διατροφή χαμηλή σε λιπαρά αλλά αυξημένη σε υδατάνθρακες η οποία μπορεί να εξηγήσει τα αποτελέσματά μας. Εάν τα επίπεδα του αραχιδονικού οξέος είναι φυσιολογικά, αυτό δεν αποτελεί ένα σημαντικά κλινικό εύρημα. Παρόλα αυτά, εάν τα επίπεδα του αραχιδονικού οξέος είναι και αυτά χαμηλά, η αυξημένη κατανάλωση των καλής ποιότητας ωμέγα-6 λιπαρών οξέων είναι ενθαρρυντική. Το αβοκάντο, καρύδια, σπόροι, αυγά, φυτικά έλαια είναι εξαιρετικές πηγές ωμέγα-6 λιπαρών οξέων.

Όταν ο λόγος DGLA/AA είναι υψηλός, δείχνει πιθανώς μειωμένη ενεργότητα της δέλτα-5-δεσατουράσης. Αυτό μπορεί να είναι εμφανές σε άτομα που έχουν ανοχή στην ινσουλίνη ή σε διαβητικά άτομα. Ένας υψηλός λόγος DGLA/AA μπορεί να παρατηρηθεί σε άτομα που έχουν καταναλώσει μέσω της διατροφής έλαια (υψηλή περιεκτικότητα GLA).

Ο λόγος ελαϊδικού /ολεϊκό οξύ είναι πιθανόν υψηλός εξαιτίας αυξημένου οξειδωτικού στρες (ελαϊδικό και ολεϊκό οξύ είναι trans- και cis- ισομερή των 18:1 ωμέγα-9), αυξημένης κατανάλωσης μερικώς υδρογονωμένων λιπαρών ελαίων όπως η μαργαρίνη κα, ή ακόμη και εξαιτίας της μεγάλης κατανάλωσης λιπαρών μέσω της διατροφής όπως παγωτό, κρέμα, πλήρες γάλα κα. Σε κάθε περίπτωση, η μειωμένη κατανάλωση αυτών των τροφίμων και η αυξημένη κατανάλωση αντιοξειδωτικών μέσω της διατροφής όπως η βιταμίνη C και Ε βοηθάει.

Δυναμική Ινσουλίνης

Κύτταρα με μειωμένη ρευστότητα της κυτταρικής μεμβράνης (μεγαλύτερο ποσοστό κορεσμένων λιπαρών οξέων και χαμηλό ποσοστό DHA και άλλων PUFAs) έχει δείξει να είναι ανθεκτικά στην ινσουλίνη (η ινσουλίνη αδυνατεί να δεσμευτεί στους υποδοχείς της στην μεμβράνη του κυττάρου). Η ανοχή στην ινσουλίνη πιστεύεται ότι παίζει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη καρδιακών ασθενειών, υπέρτασης, διαβήτη και παχυσαρκίας.

Μία διατροφή υψηλή σε υδρογονάνθρακες και χαμηλή σε ίνες πιστεύεται ότι παίζει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη ανοχής στην ινσουλίνη. Η ειρωνία ειναι στο ότι ενώ τα κύτταρα είναι ευαίσθητα στην αυξημένη παραγωγή ινσουλίνης, η ενεργότητα της δέλτα-6 και δέλτα-5-δεσατουράσης είναι εξαιρετικά αυξημένη, οδηγώντας στην αύξηση της σύνθεσης του αραχιδονικού οξέος και συνεπώς αυξάνει τη τάση του οργανισμού για φλεγμονώδεις καταστάσεις. Όσο η ανοχή στην ινσουλίνη αναπτύσσεται, η ενεργότητα της δέλτα-6, δέλτα-5 και δέλτα-9-δεσατουράσης μειώνεται, με αποτέλεσμα την αύξηση των κορεσμένων λειπαρών που χρησιμοποιούνται από το κύτταρο στην κυτταρική μεμβράνη, αυξάνοντας την ανοχή στην ινσουλίνη. Συμπληρώματα διατροφής πολυακόρεστων λιπαρών οξέων, ειδικά συμπληρώματα DHA ίσως είναι κλινικά χρήσιμα ως σημαντική διατροφική θεραπεία διορθώνοντας την ανοχή στην ινσουλίνη.

Μπουγουλιά Μαρία
Ενδοκρινολόγος - Διαβητολόγος
ΚΑΛΑΜΑΡΙΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ