Άρθρα

Οστεοπόρωση

Κατηγορία: Μεταβολισμός
Δημοσιεύτηκε στις Τρίτη, 14 Ιανουαρίου 2014 11:53
Γράφτηκε από τον/την Super User
Εμφανίσεις: 2908

Η οστεοπόρωση χαρακτηρίζεται σαν ''σιωπηρή νόσος'' που η διάγνωση της τίθεται μόνο στο 10% των γυναικών και στο 1% των ανδρών. Είναι μια από τις πιο διαδεδομένες νόσους που συνδέεται με το γήρας και είναι   ουσιαστική αιτία νοσηρότητας και θνητότητας λόγω δε του κόστους της θεωρείται σαν μείζον κοινωνικοοικονομικό πρόβλημα. Εκδηλώνεται με πόνο και μείωση της κινητικότητας, η οποία μπορεί να προκαλέσει πνευμονία και πνευμονική εμβολή αυξάνοντας τον κίνδυνο θανάτου του ασθενή.

Υπολογίζεται ότι πάσχουν από οστεοπόρωση 200 έκατ. άτομα σ’ όλον τον κόσμο.Στην Αμερική η National osteoporosis foundation αναφέρει ότι 25 εκατ. άνθρωποι πάσχουν από οστεοπόρωση με 1,5 εκατ οστεοπορωτικά κατάγματα κάθε χρόνοκαι με ετήσιο κόστος 18 δισεκατ. δολάρια.

Στις λευκές γυναίκες, ηλικίας 50χρ, εμφανίζεται αυξημένη πιθανότητα κατά 40% ενός οστεοπορωτικού κατάγματος κατά την διάρκεια της ζωής τους, ενώ ο κίνδυνος κατάγματος ισχίου στις γυναίκες αυτές ανέρχεται σε 15,3%, αποτελεί δε αιτία θανάτου στο 1,5% των ασθενών.

Από άλλους συγγραφείς αναφέρεται ότι στην Αμερική γυναίκες ηλικίας 50-59 χρ. έχουν οστεοπόρωση σε ποσοστό <από 15%, αλλά στην ηλικία των 80χρ. το 27% εμφανίζει οστεοπενία και το 70% πάσχει από οστεοπόρωση.

Το οστεοπορωτικά κατάγματα παρουσιάζονται με:

αυξημένη συχνότητα στις γυναίκες, αυξάνονται δε με την πάροδο της ηλικίας και εμφανίζονται σε θέσεις που υπερέχει το σπογγώδες οστούν

( π.χ στη σπονδυλική στήλη, στο περιφερικό άκρο της κερκίδας και στο ισχίο)

Τα κατάγματα του ισχίου έχουν την πιο δυσμενή έκβαση κυρίως στους ηλικιωμένους. (Royal College of Physicians, 1989). H συχνότητα θανάτου 1 χρ μετά το κάταγμα ανέρχεται στο 20% με αυξημένο κίνδυνο το πρώτο 6μηνο.Στις Δυτικές χώρες το ποσοστό των καταγμάτων είναι διπλάσιο στις γυναίκες από τους άνδρες και εκδηλώνονται κυρίως στις ηλικιωμένες. Περίπου το 80% των καταγμάτων εμφανίζονται μετά από πτώση κυρίως τον χειμώνα. Σύγχρονες θεωρίες περιλαμβάνουν νευρομυικές διαταραχές, που σχετίζονται με τις χαμηλές θερμοκρασίες και με την μείωση της έκθεσης στον ήλιο τον χειμώνα που οδηγεί σε χαμηλότερα επίπεδα βιτ. D.

Τα σπονδυλικά κατάγματα υπολογίζονται ότι είναι 3 φορές συχνότερα από τα κατάγματα του ισχίου(18/1000 άτομα /έτος στον γυναικείο πληθυσμό της Αμερικής), αλλά μόνο το 1/3 έχει κλινική συμπτωματολογία και μόνο το 2-8% χρειάζονται νοσηλεία σε νοσοκομείο . Οι περισσότερες από τις σπονδυλικές βλάβες εμφανίζονται στην θωρακοσφυική χώρα (Θ10-Ο1).

Τα κατάγματα του καρπού ( Colles) είναι συχνότερα στις γυναίκες ηλικίας 40-65 χρ., ενώ στους άνδρες η συχνότητα είναι σταθερή από την ηλικία των 20χρ. μέχρι των 80 χρ.Τα κατάγματα του καρπού δεν έχουν αυξημένη θνητότητα αλλά εμφανίζουν αυξημένη νοσηρότητα που οφείλεται στις απώτερες επιπλοκές όπως δυστροφία, νευροπάθεια, μετατραυματική αρθρίτιδα.

Στην Ελλάδα το 30% όλων των μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών έχουν κλινικά ευρήματα οστεοπόρωσης τύπου Ι ενώ υπολογίζεται ότι πάσχει από σπονδυλική οστεοπόρωση το 19,2% ( 400000) των μετεμμηνοπαυσιακών   γυναικών .Το 1992 αντιμετωπίσθηκαν 10.953 κατάγματα του άνω άκρου του μηριαίου οστού που σε ποσοστό 50% αφορούσαν άτομα ηλικίας μεγαλύτερης των 80χρ. με μεγάλο κοινωνικοοικονομικό κόστος. Το 20% των ορθοπεδικών κλινών στα νοσοκομεία μας είναι μόνιμα κατειλημμένο από υπερήλικες με κάταγμα στην περιοχή του ισχίου.

ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΟΣΤΟΥ

ΟΣΤΙΤΗΣ ΙΣΤΟΣ

Ο οστίτης ιστός στον άνθρωπο εξυπηρετεί τρεις βασικές ανάγκες: την στήριξη και προστασία των διαφόρων οργάνων, την κινητικότητα του ατόμου και τέλος τη διατήρηση της ομοιοστασίας του ασβεστίου του οργανισμού.

Είδη οστίτου ιστού  

Σπογγώδες ( κυρίως στα πλατέα οστά): η δομή του καλύπτει δυνάμεις οποιασδήποτε φοράς και είναι ικανή να απορροφά τους κραδασμούς.

Φλοιώδες ή συμπαγές: αφορά την διάφυση των μακρών οστών έχει δομή συμπαγή που οφείλεται στην παράλληλη θέση των κυλινδρικών οστικών σωλήνων και είναι προορισμένο να αντέχει δυνάμεις συμπίεσης και στροφής.

Ο οστίτης ιστός όπως και κάθε άλλος ιστός αποτελείται από κύτταρα και μεσοκυττάρια ουσία ή θεμέλιο ουσία. Τα κύτταρα του είναι δυο ειδών:

Οι οστεοβλάστες και οι οστεοκλάστες. Από τους οστεοβλάστες προέρχονται 2 άλλα είδη κύτταρων , τα επενδυτικά κύτταρα και τα οστεοκύτταρα.

ΤΑ ΚΥΤΤΑΡΑ

Οι οστεοβλάστες: προέρχονται από αρχέγονα μεσεγχυματικά κύτταρα, τα οποία ανάλογα με τα ερεθίσματα που δέχονται θα διαφοροποιηθούν σε προ-οστεοβλάστες και στη συνέχεια θα ωριμάσουν σε οστεοβλάστες. Είναι πλούσιοι σε αλκαλική φωσφατάση και συνθέτουν κολλαγόνο τύπου Ι, οστεοκαλσίνη και κρυστάλλους υδροξυαπατίτη. Στους οστεοβλάστες έχουν βρεθεί υποδοχείς για PTH, βιτ. D και οιστρογόνα.

Τα επενδυτικά κύτταρα: προέρχονται από τη διαφοροποίηση των οστεοβλαστών στο τέλος της οστικής παραγωγής. Καλύπτουν εξωτερικά τις ενδοοστικές επιφάνειες και τις δοκίδες.

Τα οστεοκύτταρα: Αποτελούν μια άλλη μορφή της εξέλιξης των οστεοβλαστών. Κατά την διάρκεια της οστικής αναδόμησης και στη φάση της οστικής ανοικοδόμησης οι οστεοβλάστες που έχουν εκπληρώσει το έργο τους , δηλαδή την παραγωγή οστίτου ιστού εγκλωβίζονται μέσα στον ιστό αυτό.

Οι οστεοκλάστες

Προέρχονται από την εξέλιξη των μονοπύρηνων μακροφάγων του αίματος. Τα πρόδρομα αυτά κύτταρα υπο την επίδραση εξωγενών παραγόντων συγχωνεύονται σε πολυπύρηνο κύτταρο, πλούσιου σε λυσοσωματικά ένζυμα, όξινη φωσφατάση , με άφθονους υποδοχείς καλσιτονίνης στην μεμβράνη του. Οι οστεοκλάστες αυξάνουν σε αριθμό και αποκτούν έντονη δραστηριότητα μετά την επίδραση PTH και βιτ.D, ενώ καταστέλλονται από την καλσιτονίνη.

Θεμέλιος ουσία

Αποτελείται από 35% οργανικά συστατικά και 65% ανόργανα. Τα οργανικά συστατικά περιλαμβάνουν 90% κολλαγόνο τύπου Ι, πρωτεΐνες πλούσιες σε γ-carboxyglutamic οξυ, οστεοκαλσίνη, οστεονεκτίνη, πρωτεογλυκάνες γλυκοσαμινογλυκάνες και λιπίδια. Τα ανόργανα συστατικά αποτελούνται κύρια από P και Ca σε μορφή κρυστάλλων υδροξυαπατίτη ενώ περιλαμβάνουν και σημαντικά ποσά άλλων ιχνοστοιχείων όπως Na, Mg,K.

.Υπολογίζεται ότι στα οστά περιέχεται το 99% του Ca του οργανισμού.Οι βιολογικές λειτουργίες του οστίτη ιστού εξαρτώνται από την λειτουργία των επιμέρους στοιχειωδών μικρομονάδων τους που καλούνται μικροκατασκευαστικές μονάδες του οστού ή BSU (basic structural units). Η βασική λοιπόν μικροκατασκευαστι- κή μονάδα του οστού είναι η στοιχειώδης ανατομική μονάδα του οστού.

Η οστική παραγωγή ρυθμίζεται από την οστική ανακατασκευή

.Οστική ανακατασκευή είναι η διαδικασία ανανέωσης των μικρομονάδων των οστών με διαδοχική ενεργοποίηση και λειτουργία των οστεοκλαστών και των οστεοβλαστών με σκοπό την επιδιόρθωση των μικροφθορών των μικρομονάδων αυτών , καθώς επίσης να εξασφαλίζεται η σταθερότητα του ιονισμένου ασβεστίου στον εξωκυττάριο χώρο.

Η οστική ανακατασκευή γίνεται με την τροποποίηση της βασικής μικροκατασκευαστικής μονάδας του οστού σε βασική πολυκυτταρική ή μεταβολική μονάδα του οστού. Η οστική ανακατασκευή διαφέρει σημαντικά μεταξύ των μονάδων του σπογγώδους και του φλοιώδους οστού.Οι φάσεις που διενεργείται η οστική ανακατασκευή είναι πέντε:

Φάση ηρεμίας. Στη φάση αυτή η μεταβολική μονάδα ταυτίζεται με την μικροκατασκευαστική του μονάδα . η ελεύθερη επιφάνεια της επιστρώνεται από άφθονα αποπλατυσμένα επενδυματικά κύτταρα τα οποία στην φάση αυτή είναι ανενεργά.

Φάση ενεργοποίησης. Στη φάση αυτή ένας διεγέρτης των οστεοκλαστών κινητοποιεί τις προ-οστεοκλάστες, που συντηκόμενες σε πολυμορφοπύρηνα γιγαντοκύτταρα σχηματίζουν τις οστεοκλάστες. Κύριοι ενεργοποιητές είναι διάφορες κυτοκίνες που απελευθερώνονται από τους οστεοβλάστες (κυρίως ιντερλευκινη-6) Η φάση της ενεργοποίησης διαρκεί και στους δυο τύπους οστού μόνο 5-7 μέρες.

Φάση απορρόφησης. Διαρκεί 3-4 εβδομάδες στο σπογγώδες οστού και 6-10 στο φλοιώδες. Κατά τη διάρκεια της φάσης αυτής οι οστεοκλάστες που βρίσκονται στην επιφάνεια του οστού απορροφούν προοδευτικά την αποτιτανωμένη θεμέλιο ουσία και δημιουργείται έτσι βοθρίο στην μεταβολική μονάδα. Στο φλοιώδες οστούν οι οστεοκλάστες δημιουργούν ένα κωνικό μέτωπο μέσα στο συμπαγές αβέρσειο σύστημα σαν ένα τούνελ που ανοίγεται μέσα σε βράχο. Μέσα στον τέμνοντα αυτόν κώνο προπορεύονται οι οστεοκλάστες, ακολουθούν οι οστεοβλάστες και τα νεοσχηματιζόμενα οστεοκύτταρα.

Φάση κυτταρικής αναστροφής. Στη φάση αυτή επιστρατεύονται οστεοβλάστες στον πυθμένα του βοθρίου ενώ συγχρονως εξαφανίζονται οι οστεοκλάστες. Η φάση προκαλείται λόγω της προοδευτικής ελάττωσης της έκκρισης των ιντερλευκινών και της απελευθέρωσης αυξητικών παραγόντων κυρίως του TGF-β και IGF-Ι. Η κυτταρική αναστροφή διαρκεί λίγες μόνο μέρες.

Φάση οστικής παραγωγής

Στη φάση αυτή που διαρκεί 2-3 μήνες στο σπογγώδες και 5 μήνες στο φλοιώδες , οι οστεοβλάστες παράγουν προοδευτικά και γεμίζουν το βοθρίο με νεοσχηματιζόμενο οστούν.

Η οστική ανακατασκευή λειτουργεί με απόλυτη συνεργασία της οστεοβλάστης και της οστεοκλάστης. Η ισόρροπη συνεργασία των δυο κυτταρικών σειρών ονομάζεται φαινόμενο σύζευξης που αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της σωστής οστικής ανακατασκευής . Το αντίθετο , δηλαδή η διατάραξη της ισορροπίας υπέρ του ενός κύτταρου ή υπέρ της μιας φάσης ονομάζεται αποσυζευξη και είναι η κύρια αιτία πρόκλησης μεταβολικού νοσήματος

Η οστική ανακατασκευή ρυθμίζεται από γενετικούς, ορμονικούς(PTH, vit D, καλσιτονίνη, οιστρογόνα κλπ), τοπικούς ρυθμιστικούς και μηχανικούς παράγοντες. 

ΟΡΜΟΝΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ 

 Οι τοπικοί οστικοί μηχανισμοί ενεργούν κυρίως με την μεσολάβηση των αυξητικών παραγόντων και των κυτοκινών , ουσιών που εκκρίνονται και δρουν στο ίδιο κύτταρο (αυτοκρινική δράση).

Οι αυξητικοί παράγοντες εκκρίνονται από τους οστεοβλάστες και επιδρούν άμεσα στις κυτταρικές σειρές από τις οποίες προέρχονται οι οστεοβλάστες και οι οστεοκλάστες.

Εκτός από την άμεση δράση τους ένα μεγάλο ποσοστό των παραγομένων αυξητικών παραγόντων αποθηκεύονται συνδεδεμένοι με μια δεσμευτική πρωτεΐνη μέσα στην θεμέλιο ουσία που παράγουν οι οστεοβλάστες και επαναχρησιμοποιούνται στις περιπτώσεις που θα κινηθεί η διαδικασία της οστικής ανακατασκευής, αφού προηγουμένως απελευθερωθούν από την δεσμευτική πρωτεΐνη που τους έχει αδρανοποιήσει. Οι αυξητικοί παράγοντες που είναι αποθηκευμένοι στη θεμέλιο ουσία είναι: 

IGF-I                      

BMP-3

IGF-II

BMP-4

TGF-β1

BMP-5

TGF-β2

BMP-6

FGF

BMP-7

BMP-2

PDGF

Οι κυτοκίνες είναι πρωτεΐνες μικρού μοριακού βάρους. Έχουν πολύ μικρό χρόνο ημίσειας ζωής, η δε βιολογική τους δραστηριότητα είναι ισχυρότατη. Δρουν συνήθως αυτοκρινικά και παρακρινικά. Κάθε κυτοκίνη συνδέεται με ειδικό υποδοχέα υψηλής συγγένειας στην επιφάνεια των κύτταρων στόχων. Οι ουσίες αυτές έχει αποδειχθεί ότι αλληλεπιδρούν με τον άξονα υποθαλάμου- υπόφυσης, με τις γεννητικές ορμόνες και με την βιτ. D. Οι κυτοκίνες, λοιπόν, που συμβάλλουν στην ισορροπία μεταξύ οστικής παραγωγής και απορρόφησης έχει βρεθεί ότι βρίσκονται κάτω από τον έλεγχο των οιστρογόνων. Επηρεάζονται επίσης από την δράση της PTH. Η ορμόνη αυτή ρυθμίζει την παραγωγή του TGF-β και των IGF-I, IL-6 από τους οστεοβλάστες.

Τα σχετιζόμενο με την PTH πεπτίδιο( PTHrP) που θεωρείται υπεύθυνο για μεταστατική οστεόλυση και την υπερασβεστιαιμία σε κακοήθη νοσήματα, επηρεάζεται από την δράση της IL-1 και του TNF.

Η 1,25 διυδροξυβιταμίνη D είναι απαραίτητη για την αύξηση των οστεοκλαστών, που προκαλείται από την IL-11,συμβάλλει στην αύξηση της παραγωγής IL-6 από τους οστεοβλάστες και επιπλέον έχει διαπιστωθεί η συνεργική της δράση με την IL-1και τον TNF στον πολλαπλασιασμό των οστεοκλαστών.

Συνοπτικά στον πίνακα φαίνεται μια απλή κατάταξη των κυτοκινών που έχουν δράση στον οστίτη ιστό.

ΚΥΤΟΚΙΝΕΣ

ΔΡΑΣΗ ΣΤΟ ΟΣΤΟΥΝ

α)Ιντερλευκίνες (IL-1-IL-4)

 

IL-1 (α και β)

Ισχυρή οστική απορρόφηση

IL-3 (multi-CSF)

Διέγερση όλων των αρχέγονων κυττάρων

IL-4

Οστεοπορωτικό σύνδρομο στα ποντίκια

IL-6

Διέγερση οστεοκλαστών –οστική απορρόφηση

IL-9 (LIF)

Ενεργοποίηση οστεοκλαστών και οστεοβλαστών

IL-11

Αύξηση αριθμού οστεοκλαστών μαζί με βιτ. D

β)Παράγοντες νέκρωσης όγκων (TNF-α και β)

 

TNF-α

Οστική απορρόφηση με την

IL-1

γ) Παράγοντες διέγερσης αποικιών(CSF-M,G,GM)

 

GM_CSF

Ρύθμιση σχηματισμού οστεοκλαστών

δ)Ιντερφερόνες(IFN-α,β και γ)

 

IFN-γ

Αναστέλλει την ανάπτυξη των οστεοκλαστών

ε) Αυξητικοί και άλλοι παράγοντες

 

TGF-β

Αναστολή της οστικής απορρόφησης

IGF-1

Ενεργοποίηση οστεοβλαστών

PDGF

Ενεργοποίηση, πολλαπλασιασμός οστεοβλαστών

Μηχανικές επιδράσεις στον οστικό μεταβολισμό.

Οι στατικές και περισσότερο οι δυναμικές φορτίσεις που δέχεται ο σκελετός είναι πολύ μεγάλες . Τα οστά υφιστάμενα συνεχείς κυκλικές καταπονήσεις (microstrains) υφίστανται μικροφθορές (microdamages) οι οποίες αν επισωρευτούν χωρίς να υπάρχει δυνατότητα επιδιόρθωσης τους οδηγούν σε πλήρη αποτυχία της αντοχής τους δηλαδή σε κάταγμα. Ο αριθμός των απαιτούμενων κυκλικών φορτίσεων είναι ανάλογος προς τις μικροπαραμορφώσεις που δέχεται τοπικά το οστούν. Υποφορτίσεις κάτω από 50-100 microstrains οδηγούν σε έντονη οστική απώλεια. Αντίθετα υπερφορτίσεις 800-4000 microstrains οδηγούν σε οστική υπερπαραγωγή. Επομένως κίνητρο για την ανακατασκευή του οστού είναι η μηχανική καταπόνηση. Σε όλες τις μικρομονάδες των οστών υπάρχει ένας μηχανοστάτης ο οποίος ρυθμίζει την βιολογική ανταπόκριση των μονάδων των οστών στα μηχανικά ερεθίσματα.

Φυσιολογική λειτουργία του οστού επιτυγχάνεται σε περίπτωση που τα μηχανικά φορτία που ασκούνται βρίσκονται μέσα σε ορισμένα όρια (set-up points) Ο μηχανοστάτης των οστών ρυθμίζει την οστεοβλαστική και την οστεοκλαστική λειτουργία. Η μηχανιστική λοιπόν θεωρία εξηγεί τον τρόπο που δρουν στην οστική μάζα η ακινητοποίηση και η σωματική άσκηση.

Η δημιουργία λοιπόν της οστικής μάζας κάθε ατόμου αρχίζει προοδευτικά από την γέννηση του και εξελίσσεται ραγδαία στην παιδική και εφηβική ηλικία. Η διαπίστωση αυτή οδήγησε τον καθηγητή Charles Dent να υποστηρίξει ότι η οστεοπόρωση είναι παιδική νόσος και ότι μπορεί να προληφθεί εάν ληφθούν τα κατάλληλα προφυλακτικά μέτρα κατά την διάρκεια της παιδικής και εφηβικής ηλικίας. Η βαθμιαία αντικατάσταση του χόνδρινου σκελετού από οστούν αρχίζει πολύ νωρίς αλλά καθίσταται σημαντική και αυξάνεται ο ρυθμός της από την ηλικία των 9χρ. Πιστεύεται ότι κατά την διάρκεια της εφηβείας η οστική μάζα αυξάνεται με ρυθμό 8% κάθε χρόνο. Το 90-95% της οστικής μάζας έχει δημιουργηθεί μέχρι την ηλικία των 20-22 χρ. Το υπόλοιπο συμπληρώνεται με βραδύτερο ρυθμό μέχρι την ηλικία των 30-35 χρ. Η ανώτερη οστική μάζα που μπορεί να επιτύχει ένα άτομο ονομάζεται κορυφαία οστική μάζα. Οι γυναίκες επιτυγχάνουν ΚΟΠ 3-5 χρ νωρίτερα από τους άνδρες.Στην Ελλάδα η ΚΟΠ βρέθηκε ότι επιτυγχάνεται περίπου το 30ό έτος στους άνδρες ενώ στις γυναίκες το 25ο έτος. 

Η επίτευξη της τελικά επιτυγχανόμενης στη ζωή μας ΚΟΠ εξαρτάται από τους εξής παράγοντες :

  1. κληρονομική προδιάθεση
  2. περιβαλλοντικοί παράγοντες
  3. ορμονικοί παράγοντες
  4. διατροφή σε ασβέστιο
  5. άσκηση
  6. νοσήματα κατά την περίοδο ανάπτυξης

ΟΡΙΣΜΟΣ

Σαν οστεοπόρωση το 1993 το Consensus development conference όρισε:

"Νόσος που χαρακτηρίζεται από χαμηλή οστική μάζα και διαταραχή της μικροαρχιτεκτονικής του οστίτη ιστού και οδηγεί σε αύξηση της ευθραυστότητας του οστού με επακόλουθο αύξηση του κινδύνου καταγμάτων".

Παράγοντες κινδύνου για οστεοπόρωση  

1. Φύλο

13. Φάρμακα

2.Προεμμηνοπαυσιακη ανεπάρκεια οιστρογόνων

Κορτικοειδή

3.Πρόωρη εμμηνόπαυση

Θυροξίνη

4.Χαμηλό σωματικό βάρος σε σχέση με το ύψος

Ηπαρίνη

5.Γήρας

 

6.Κάπνισμα

14. Νοσήματα

7. Καφεΐνη

Ρευματοειδής αρθρίτιδα

8. Οινόπνευμα

Υπερθυρεοειδισμός

9. Δίαιτα χαμηλή σε ασβέστιο

ΧΝΑ

10. Δίαιτα υψηλή σε πρωτεΐνες

Ατελής οστεογένεση

11.Καθιστική ζωή

Υπερπρολακτιναιμία

12. Καυκάσια φυλή

 

 

 

 Ταξινόμηση της οστεοπόρωσης:

  1. κληρονομική (ατελής οστεογένεση, ομοκυστινουρία)
  2. Ιδιοπαθής (νεανική, ενηλίκων)
  3. Εκφυλιστική (μετεμμηνοπαυσιακή, γεροντική)
  4. Δευτεροπαθής (φάρμακα, παθήσεις)

Hοστεοπόρωση μπορεί θεωρητικά να συμβεί με 3 τρόπους:

  1. με αύξηση της οστικής απορρόφησης
  2. με μείωση της οστικής παραγωγής
  3. με συνδυασμό των δυο παραπάνω φάσεων της οστικής ανακατασκευής

Δηλαδή βασική αιτία πρόκλησης της οστεοπόρωσης είναι η δημιουργία ενός μακροχρόνιου αρνητικού ισοζυγίου των οστών.

Στην μετεμμηνοπαυσιακή οστεοπόρωση φαίνεται ότι κυριαρχεί η αύξηση της δραστηριότητας και του αριθμού των οστεοκλαστών με συνύπαρξη της αύξησης της δραστηριότητας των οστεοβλαστών . Το τελικό αποτέλεσμα όμως είναι η μείωση της οστικής μάζας διότι οι ενεργοποιημένοι οστεοβλάστες δεν μπορούν να καλύψουν τις απώλειες που προκαλούν οι υπερδραστήριοι οστεοκλάστες. Η κατάσταση αυτή χαρακτηρίζεται σαν οστεοπόρωση με υψηλό ρυθμό οστικής ανακατασκευής ''highturnover''. H έντονη οστεόλυση που προκαλείται στο μεν σπογγώδες οστούν οδηγεί σε λύση της συνέχειας, καταστροφή και εξάλειψη των δοκίδων, στο δε φλοιώδες η έντονη απορρόφηση της ενδοοστικής του περιοχής το μεταβάλλει βαθμιαία σε πορώδες και με υφή ανάλογη του σπογγώδους οστού. Αυτές οι δομικές αλλαγές μειώνουν την αντοχή των οστών και οδηγούν ευκολότερα σε κατάγματα.

Έχει υπολογισθεί ότι το ποσοστό απώλειας της οστικής μάζας τα πρώτα 5 χρ. κυμαίνεται σε 3-5% κάθε χρ., ενώ μειώνεται στο 1-2% κάθε χρ. για τα επόμενα 8 χρόνια.

Στην μετεμμηνοπαυσιακή οστεοπόρωση η αυξημένη οστική απώλεια έχει αποδοθεί κυρίως στην έλλειψη των οιστρογόνων, η oποία διαταράσσει την δράση των ασβεστιοτρόπων ορμονών καθώς επίσης και στην παρακρινική και αυτοκρινική δράση των κυτοκινών όπως IL-1, IL-6, TNF, TGF-β, E2, IGF-I, IGF-IIπου παράγονται από τους οστεοβλά- στες. Άλλοι

έμμεσοι μηχανισμοί της δράσης των οιστρογόνων είναι η ελαττωματική παραγωγή της 1α-υδροξυλάσης και τελικά της 1,25- διυδροξυβιταμίνης D3 καθώς επίσης και η μειωμένη ευαισθησία στην PTH.

Στην οστεοπόρωση τύπου ΙΙ υπάρχει κατά κανόνα μειωμένη απορρόφηση ασβεστίου και βιτ, D από το έντερο, γεγονός που οδηγεί σε ήπια υπασβεστιαιμια και αντιδραστική αύξηση της PTH που τελικά αυξάνει τον ρυθμό της οστικής ανακατασκευής Επιπλέον στα ηλικιωμένα άτομα υπάρχει και μειωμένη παραγωγή της 1α-υδροξυλάσης και επομένως μειωμένη σύνθεση 1,25- διυδροξυβιταμινης D3.Επίσης παρεμβαίνουν και δυστροφικοί κυτταρικοί παράγοντες που οδηγούν στην εκφύλιση ή νέκρωση των οστεοκυττάρων. Στην οστεοπόρωση τύπου ΙΙ οι δοκίδες του σπογγώδους οστού γίνονται λεπτότερες αλλά δεν καταστρέφονται

Κλινικές και βιοχημικές διαφορές μεταξύ οστεοπόρωσης τύπου Ι και τύπου ΙΙ

 

Τύπος Ι

Τύπος ΙΙ

Ηλικία

50-65

>75

Φύλο

6Γ/1Α

2Γ/1Α

Οστική απώλεια

Σπογγώδες

Κυρίως φλοιώδες

Τύπος κατάγματος

Σπονδυλική στήλη

Μηριαίο Οστούν

Σπονδυλική στήλη

PTH

Ελαττωμένη

Αυξημένη

Απορρόφηση Ασβεστίου

Φυσιολογική

Ελαττωμένη

Αιτιολογία

Εμμηνόπαυση

Γήρανση

Δευτεροπαθής Υπερπαραθυρεοειδισμός

Παρόλα αυτά η μηχανική αντοχή του οστού δεν εξαρτάται μόνο από την ποσότητα του ανά όγκο αλλά και από άλλους παράγοντες πχ. Το μέγεθος των κρυστάλλων υδροξυαπατίτη , η φορά του, το μέγεθος και η φορά των κολλαγόνων ινών. Τελευταία δίδεται έμφαση στη σχέση οστικής αντοχής και γεωμετρικής κατασκευής του οστού πχ. οσο βραχύτερος είναι ο αυχένας του μηριαίου τόσο μικρότερος είναι ο κίνδυνος .

Επισης εχει διαπιστωθεί ηλικοεξαρτώμενη μεταβολή διαστάσεων των φλοιωδών οστών πχ. με την πάροδο της ηλικίας αυξανεται με συνεχή υποπεριοστική εναπόθεση η εξωτερική διάμετρος του οστού στο μηριαίο ενώ συγχρόνως αυξάνει ο αυλός του. Οι μεταβολές αυτές διορθώνουν μερικά την προκαλούμενη από την οστική απώλεια μείωση της οστικής αντοχής. Η αντίληψη της διαφοράς οστικής πυκνότητας και μηχανικής αντοχής των οστών εχει άμεση εφαρμογή στην στρατηγική της θεραπείας .Ο αντικειμενικός στόχος λοιπόν δεν είναι μόνο η αύξηση της οστικής πυκνότητας αλλά αύξηση της μηχανικής αντοχής.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Walker-Bone K, Arden N, Cooper C.Epidimiological aspects of osteoporosis Rev Contemp Pharmacother 1998; 9: 225-266
  2. Cooper C, Melton LJ. Magnitude and impact of osteoporosis and fractures. In: Marcus R, Feldman D, Kelsey J, eds. Osteoporosis. San Diego:Academic Press, 1996:419-434.
  3. Cooper C, Campion G.Melton LJ. Hip fractures in the elderly : a worldwide projection. Osteoporosis Int 1992a;2:285-289.
  4. Cooper C, O'Neill T, Silman AJ. The epidemiology of vertebral fractures. Bone 1993b;137:1001-1005.
  5. Consensus Development Conference. Diagnosis prophylaxis and treatment of osteoporosis. Am J Med 1993; 94: 646-650.
  6. Heaney RP. Pathophysiology of osteoporosis. Clin Endocrinol Metab North Am.1998;27:255-266
  7. Λυρίτης Γ. Ανατομική και βιολογία της θεμέλιας ουσίας και των οστικών κυττάρων. Στο: Λυρίτης Γ, εκδ. Μεταβολικά νοσήματα των οστών και διαταραχές του μεταβολισμού των μετάλλων. Αθήνα: Press line,1998;7-15.
  8. Glimcher MJ. The nature of mineral component of bone and the mechanism of calcification. In: Coe FL, Favus MJ, eds. Disorders of bone and mineral metabolism. New York: Raven Press,1992;265-286.
  9. Jilka RL, Hangoc G, Girasole G, Passeri G, Manolagas SC. Increased osteoclast development after estrogen loss- mediation by interleukin-6. Science 1992;257:88-91.
  10. Hauschka PV, Mavrakos AE, Iafrati MD. Growth factors in bone matrix. J Biol Chem 1986; 261:12665-12674.
  11. Khosla S, Peterson JM, Egan K. Circulating cytokine levels in osteoporotic and normal women.J clin Endocrinol Metab 1994;79:707-711.
  12. Λυρίτης Γ. Οστική παραγωγή και ρύθμισή της. Στο: Λυρίτης Γ, εκδ. Μεταβολικά νοσήματα των οστών και διαταραχές του μεταβολισμού των μετάλλων. Αθήνα: Press line,1998;28-34
  13. Λυρίτης Γ.Οστεοπορωση. Στο: Λυρίτης Γ, εκδ. Μεταβολικά νοσήματα των οστών και διαταραχές του μεταβολισμού των μετάλλων. Αθήνα: Press line,1998;76-86.
  14. World Health Organization. Assessment of fracture risk and its application to screening for postmenopausal osteoporosis. WHO Technical Report Series. Geneva:WHO, 1994.
  15. Kanis J, Melton LJ, Christiansen C,Johnston CC, Khaltaev N.The diagnosis of osteoporosis. J Bone Miner Res 1994;9:1137-1141.
  16. Clifford JR, Kessenich CR. The pathophysiology and treatment of postmenopausal osteoporosis. In: Clin Endocrinol Metab North Am 1997;27:295-311.
  17. Eriksen EF, Colvard DS, Berg NS. Evidence of estrogen receptors in osteoblast like cells. Science. 1988;241:84-86
  18. Martin TJ, Ng KW. Mechanism by which cells of the osteoblast lineage control osteoclast formation and activity. J cell Biochem.1994;56:357-366.
  19. Frost HM. Perspectives. A proposed general model of the mechanostat (suggestions for a new paradigm). Anat Rec.1996;244:139-147.
  20. Manolagas SC, Jilka RL. Cytokines hematopoiesis, osteoclastogenesis and esrogens. Calcif Tissue Int1992;50:199-202.
  21. Baylink DJ. Growth factors to stimulate bone formation. J Bone Miner Res.1993;(Suppl 2):565-572.